Σκαπτή Ύλη

Εδώ και χρόνια μένει αναπάντητο το ερώτημα για το ποια ήταν η ακριβής θέση των μεταλλείων της Σκαπτής Ύλης. Αρχικώς επικράτησε η άποψη ότι η χρυσοφόρος αυτή περιοχή βρισκόταν στο Παγγαίο, ενώ κάποιοι άλλοι έκαναν αναφορά για τις εγγύς προς αυτό περιοχές.

Υπάρχουν απόψεις σύμφωνα με τις οποίες δίνεται μια πιο ευρεία ερμηνεία της θέσης του Παγγαίου, ως τοποθεσία και όχι απλώς ως όρος. Κατά τους αρχαίους χρόνους άλλωστε δεν είχαν τελειοποιήσει ακόμη κάποια μέθοδο χαρτογράφησης και με δεδομένο ότι οι μετακινήσεις από την μια περιοχή της Ελλάδος προς μια άλλη ήταν δύσκολες, είναι πολύ λογικό η αναφορά στο Παγγαίο να είχε συχνά ένα αναφορικό χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφονται για τον Πεισίστρατο, όταν κατέφυγε εξόριστος στα μέσα του 6ου αιώνα προσπαθώντας να εξασφαλίσει τον απαραίτητο για την επάνοδό του χρυσό, «….εκείθεν δε παρήλθεν εις τους περί το Παγγαίον τόπους, όθεν χρηματισάμενος….» Είναι σαφές ότι γίνεται λόγος για το Παγγαίο ως μια ευρύτερη τοποθεσία και όχι ως όρος. Μια πιο προσεκτική ερμηνεία σε όσα λέει ο Ηρόδοτος, ο Κίμωνας, ο Σράβωνας και άλλοι θα μας βοηθήσουν να οριοθετήσουμε κατά προσέγγιση την περιοχή της Σκαπτής Ύλης.

Πρώτος ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι τα εισοδήματα των Θασίων προέρχονταν από τα μεταλλεία της Σκαπτής Ύλης στην απέναντι από την Θάσο ξηρά. Από τα ορυχεία αυτά μαζευόταν συνολικά 80 τάλαντα ετησίως, κάτι που σύμφωνα με υπολογισμούς αντιστοιχεί σε 160 κιλά χρυσό το χρόνο. Ο Θουκυδίδης γράφει τον 5ο αιώνα π.Χ. ότι εκμεταλλευόταν ο ίδιος ένα από τα πολλά ορυχεία της Σκαπτής Ύλης, «….κτήσιν τε έχειν των χρυσείων μετάλλων εργασίας εν τη περί ταύτα Θράκη.…». Ο Πλούταρχος διηγείται στον Κίμωνα ότι ο Θουκυδίδης έγραψε την ιστορία του στην Σκαπτή Ύλη όπου και πέθανε. Ο Στράβωνας επίσης αναφέρει ότι τα περισσότερα ορυχεία βρίσκονταν γύρω από τους Φιλίππους. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει: «…. Ύστερα ήρθε ο Φίλιππος Β’ στη πόλη Κρηνίδες την οποία αύξησε σε πληθυσμό και την ονόμασε σε Φιλίππους και τα μεταλλεία χρυσού που ήταν εκεί λιτά και άδοξα, έφτιαξε καινούργια ώστε να μπορεί να έχει προσόδους πάνω από χίλια τάλαντα». Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η αναφορά του Στέφανου Βυζάντιου στο βιβλίο του "Εθνικά", όπου μας λέει, « Σκαπτησύλη, πόλις Θράκης μικρά αντίκρυ Θάσου. το εθνικόν Σκαπτησυλίται».

Οι παραπάνω αναφορές αλλά κυρίως αυτή του Ηροδότου μας βοηθούν να προσδιορίσουμε γεωγραφικά και με κάποια επιφύλαξη την θέση της Σκαπτής Ύλης. Η περιοχή γύρω από την Παλιά Καβάλα φαντάζει ιδανική καθώς στην ευρύτερη περιοχή έχουν βρεθεί πληθώρα αρχαίων μεταλλείων. Με δεδομένο ότι τα βουνά της Παλιάς Καβάλας έχουν ως φυσική απόληξη - προς νότο - την θάλασσα και για την ακρίβεια το Θασιακό πέραμα, συμπεραίνουμε ότι αυτά ήταν τα μεταλλεία που εκμεταλλευόταν οι αρχαίοι Θάσιοι κατά τον Ηρόδοτο. Σύμφωνα επίσης με τον αρχαίο ιστορικό, το Παγγαίο με τις απρόσιτες βουνοκορφές και την πυκνή βλάστηση κατοικούνταν από τους Σάτρες, λαό ανυπότακτο και πολεμικό. Η πληροφορία αυτή δείχνει ιδιαίτερα βαρύνουσα καθώς οι Θάσιοι δεν θα αποτολμούσαν να απομακρυνθούν από την θάλασσα που ελέγχανε με το στόλο τους και να εισχωρήσουν στην ενδοχώρα για να εκμεταλλευτούν κάποια άλλα μεταλλεία. Για πιο λόγο  να το έκαναν άλλωστε αφού τα είχαν απέναντι τους.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω δεδομένα αλλά και τα πορίσματα των ερευνών των Λαζαρίδη (1971) , Κουκούλη (1993), τολμούμε να πούμε ότι η Σκαπτή Ύλη εκτείνονταν βόρεια της Καβάλας και νότια της Λεκάνης, αποκλείοντας έτσι το όρος Παγγαίο. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι τόσο ο Ηρόδοτος όσο και ο Στράβωνας, όταν αναφέρονται στα μεταλλεία δεν κάνουν καμία αναφορά για το όρος Παγγαίο. Επίσης τα ευρήματα που έχουμε σε αυτό, δεν είναι εφάμιλλα της περιοχής γύρω από τη Παλιά Καβάλα.

Όλα τα παραπάνω έρχεται να επιβεβαιώσει και η άποψη του Μιχάλη Βαβελίδη, καθηγητή γεωλογίας, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, που ερευνά τη περιοχή από το 1984. Σύμφωνα με δημοσίευμα του καθηγητή, πρόκειται για μια περιοχή 100 km2 στο όρος Σύμβολο και νότια της οροσειράς της Λεκάνης. Οι έρευνες του ίδιου επιστήμονα στα βουνά γύρω από την Παλαιά Καβάλα, έδειξαν ότι η περιοχή ήταν πλούσια σε μετάλλευμα, μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα. Ο κ. Βαβελίδης θεωρεί βέβαιο και επιστημονικώς αποδεδειγμένο, ότι η Θασιακή περαία, όπου σύμφωνα με τον Ηρόδοτο υπήρχαν πληθώρα μεταλλείων, είναι η προαναφερθείσα περιοχή.

 Γύρω από την Παλιά Καβάλα έχουν βρεθεί έως σήμερα πολλά αρχαία μεταλλεία με λαξευμένες οριζόντιες και κάθετες στοές, μεταλλεία με ένα πολύπλοκο σύστημα στοών και ένα άριστο σύστημα εξαερισμού, οι οποίες  χρήζουν ιδιαίτερης έρευνας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μεταλλείο στη θέση «Αυλαγιές» του οποίου οι στοές λέγεται ότι συνδέονται με τις στοές της «Αγίας Ελένης» στο Ζυγός, το μεταλλείο χρυσού στη θέση ‘’Τρία καραγάτσια’’, στη θέση «Τρύπες»   και πολλά άλλα στην ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε αυτά τα μεταλλεία εντοπίστηκαν λαξεμένα σκαλοπάτια, κοιλώματα στα τοιχώματα για τις λυχνίες κάτι που φανερώνει την αρτιότητα του φωτισμού, ενώ οι έρευνες του Κώστα Ατακτίδη έφεραν στο φως αρκετά εργαλεία και υπολείμματα καμινιών. Οι τρόποι και οι τεχνικές εξόρυξης, μαρτυρούν ότι τα μεταλλεία αυτά αξιοποιήθηκαν από τους κλασικούς έως τους Ρωμαϊκούς χρόνους, πιθανώς και μεταγενέστερα.

Μετά τους Θάσιους και μετά την ένταξη αυτών στην Αθηναϊκή συμμαχία, τα μεταλλεία τα επιβουλεύονται οι Αθηναίοι οι οποίοι τα γνώριζαν από την εποχή του Πεισίστρατου. Ο Μιλτιάδης μετά την νίκη του Μαραθώνα, ζητούσε από τους Αθηναίους πλοία και στρατό, με την υπόσχεση να φέρει πολύ χρυσό χωρίς να αναφέρει από πού, αφήνοντας δε να εννοηθεί ότι πρόκειται για την περιοχή του Παγγαίου. Η εκστρατεία όμως των Αθηναίων το 464 π.Χ. δείχνει ότι η Σκαπτή Ύλη βρισκόταν Β.Α. τους όρους αυτού, καθώς αυτό μαρτυρά η κατεύθυνση που ακολούθησαν. Οι στρατηγοί Σωφάνης και Λέαγρος μετά τη κατάληψη των Εννέα Οδών κοντά στο κόλπο του Στρυμόνα, οδήγησαν τον Αθηναϊκό στρατό προς το εσωτερικό, στη περιοχή που κατείχαν οι Ηδωνοί. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν σκοπό να καταλάβουν τα μεταλλεία της περιοχής, τα οποία ένα χρόνο νωρίτερα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οι Θάσιοι μετά την παράδοση του στόλου τους στους Αθηναίους. Ο Σωφάνης λοιπόν και ο Λέαγρος προχώρησαν από την βόρεια πλευρά του Παγγαίου, αλλά δεν κατόρθωσαν να φτάσουν στο στόχο τους διότι κατατροπώθηκαν από τις ενωμένες Θρακικές φυλές, που τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στο Δάτο, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Διόδωρου του Σικελιώτη -όπως έχουμε αναφέρει παραπάνω - μετά την κατάληψη της περιοχής από τον Φίλιππο Β’, τα μεταλλεία αυτά θα αξιοποιηθούν από τους Μακεδόνες. Είναι δε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι σε αυτά στήριξε την εκστρατεία του ο Μέγας Αλέξανδρος.

Τόσο η τεχνική της εξόρυξης όσο και τα αρχαιολογικά ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή, προδίδουν ότι τα μεταλλεία δεν είχαν στερέψει ούτε κατά τους Ρωμαϊκούς και υστερορωμαϊκούς χρόνους. Σύμφωνα με αρχαιολογικό δελτίο του 1990 (τόμος Β2) της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων Καβάλας, βορειοανατολικά της Παλαιάς Καβάλας –προς Χαλκερό- βρέθηκαν τα παρακάτω. Μια καμαροσκεπής κινστέρνα, κτιστοί αγωγοί τετράπλευρης διατομής, μια μαρμάρινη υστερορωμαϊκή επιγραφή, όστρακα υστερορωμαϊκού χαρακτήρα, λακκοειδείς κιβωτιόσχημοι τάφοι, ένας οχυρωματικός περίβολος με τετράπλευρο πύργο και ερείπια κτιρίων. Παρόμοιες επιγραφές, νομίσματα και ερείπια κτιρίων, έχουν βρεθεί πολλά στην περιοχή κυρίως από λαθρανασκαφείς. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι σε πολλά σημεία της περιοχής, σώζονται ακέραια τμήματα λιθόστροτου οδικού δικτύου (καλντερίμια). Όλα αυτά μαρτυρούν την έντονη παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου και την οικιστική ανάπτυξη που γνώρισε αυτός ο ορεινός όγκος. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν άνθρωποι που εκμεταλλευόταν ή φρουρούσαν τα μεταλλεία, εργαζόταν στη εξόρυξη, την κατεργασία ή την μεταφορά του μεταλλεύματος κλπ. Είναι πολύ πιθανό οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί Χώρισα, Κιοσέ Ελιάζ, Ορέντερε, ορεινό Χαλκερό και άλλοι, να είναι αρχαίοι οικισμοί που κατοικήθηκαν έως και τον εποικισμό της περιοχής από τους Οθωμανούς.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το χωριό της Παλαιάς Καβάλας. Σε χάρτη της Οθωμανικής εποχής αναφέρεται ως EskiKavala, δηλαδή Παλαιά (σ)Κάβαλα. Σε ένα πιο σύγχρονο στρατιωτικό χάρτη η περιοχή φέρει το τοπωνύμιο Σκάβαλα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς τα Σκάβαλα ήταν ένας αρχαίος οικισμός βόρεια της Καβάλας, που καταστράφηκε γύρω στον μεσαίωνα και κατοικήθηκε εκ νέου από τους κατοίκους της Χριστούπολης, μετά την εισβολή των Οθωμανών στη πόλη, με την ονομασία Παλαιά Σκάβαλα ( EskiKavala η Τούρκικη ονομασία). Ο Στέφανος Βυζάντιος στο βιβλίο του "Εθνικά" αναφέρει, «Σκάβαλα, χώρα Ερετριέων. Θεόπομπος εικοστώ τετάρτω Φιλιππικών. Το εθνικόν Σκαβαλαίοι». Ενώ σύμφωνα με τον Αχιλλέα Σαμοθράκη –Θρακικό Λεξικό- τα Σκάβαλα είναι παράλιος πόλης της Μακεδονίας. Στο βιβλίο «Ιστορική Γεωγραφία της Ανατ.Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα» ο Δημήτριος Σαμσαρής, κάνει αναφορά στους Σκαβαλαίους των θρακικών φορολογικών καταλόγων. Σύμφωνα με τον Κώστα Ορφανίδη, οι Ερετριείς – Άβαντες στη καταγωγή - ίδρυσαν τα Σκάβαλα όταν έφτασαν στην περιοχή από την Εύβοια. Η λέξη Σκάβαλα παραπέμπει στα σκάμματα, δηλαδή τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου που υπήρχαν στη περιοχή, ενώ σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από μια ομώνυμη πόλη των Ερετριέων στην Εύβοια. Κατά πάσα πιθανότητα τα Σκάβαλα τα οποία αναφέρονται και ως πόλη της αρχαίας Ηδωνίδας, ήταν ένα σημαντικό μεταλλευτικό κέντρο ίσως από τα σημαντικότερα στη περιοχή της Σκαπτής Ύλης